Dardot-Laval, Για το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο (συνέντευξη+κείμενο)

 Η κατασκευή ενός νεοφιλελεύθερου ατόμου 

sυνέντευξη του Πιερ Νταρντό και του Κριστιάν Λαβάλ

μετάφραση: Νικόλας Σεβαστάκης

Φράνσις Μπέικον, «Δεύτερη εκδοχή του ‘Πίνακα 1946′», 1971

Ισχυρίζεστε ότι ο νεοφιλελευθερισμός «πριν να είναι μια ιδεολογία ή μια οικονομική πολιτική είναι κυρίως και θεμελιωδώς μια ορθολογικότητα». Τι αποκαλείτε «ορθολογικότητα»;
Πιερ Νταρντό: Ο Φουκώ ορίζει την ορθολογικότητα της διακυβέρνησης ως μια κανονιστική λογική η οποία πρυτανεύει στη δραστηριότητα του κυβερνάν, με την έννοια της άμεσης αλλά επίσης της έμμεσης κυβέρνησης των ανθρώπων: της καθοδήγησής τους ώστε να φέρονται με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Η ορθολογικότητα δεν είναι η άσκηση ενός εξαναγκασμού, μιας καταπίεσης. Από αυτή την άποψη, ο νεοφιλελευθερισμός δεν θα έπρεπε να ανάγεται μόνο στον τομέα της οικονομικής πολιτικής (οι ιδιωτικοποιήσεις, η απορρύθμιση), ούτε σε ένα καθορισμένο δόγμα (Φρήντμαν, Χάγιεκ) ούτε βεβαίως στους ηγέτες οι οποίοι προσηλυτίστηκαν στο δόγμα προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70 (Ρήγκαν, Θάτσερ). Η νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα την οποία μελετούμε έχει μια πολύ ευρύτερη εμβέλεια και μπόρεσε να τεθεί σε εφαρμογή από κυβερνήσεις που ισχυρίζονται ότι είναι αριστερές.
Τι καθορίζει τη «νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα»;
Κριστιάν Λαβάλ: Ο τρόπος της είναι να οδηγεί τα υποκείμενα να δρουν σύμφωνα με τον τρόπο του ανταγωνισμού. Για παράδειγμα, στο πεδίο της εκπαίδευσης: ο νεοφιλελευθερισμός επιχείρησε παρεμβάσεις ώστε τα άτομα να αναζητούν τη μεγιστοποίηση του ιδίου συμφέροντος εις βάρος κάθε ηθικής περίσκεψης. Η σημερινή αναδιοργάνωση του πανεπιστημίου εδράζεται, στο σύνολό της, σε μια κανονιστική λογική σύμφωνα με την οποία οι πρακτικές συμπεριφορές των ατόμων, των εργαστηρίων και των ιδρυμάτων οφείλουν να υπακούν αποκλειστικά στην αρχή του ανταγωνισμού. Ο Φουκώ έδειξε ότι οι πρώτοι φιλελεύθεροι στοχαστές, ιδίως ο Άνταμ Σμιθ και ο Άνταμ Φέργκιουσον, σκέφτονταν την αγορά σύμφωνα με μια λογική της ισοδυναμίας: ανταλλάσσουμε ένα αγαθό με ένα άλλο, και ο καθένας από εμάς επωφελείται. Ο νεοφιλελευθερισμός, από την πλευρά του, ξανασκέφτεται την αγορά σύμφωνα με τη λογική του ανταγωνισμού, επομένως της ανισότητας.
Από πότε μπορούμε να χρονολογήσουμε αυτή τη στροφή;
Π. Νταρντό: Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο άγγλος φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ προτείνει να επεκτείνουμε τον Δαρβίνο και την έννοια της φυσικής επιλογής σε άλλα πεδία, κυρίως στο κοινωνικό. Ο Σπένσερ επιχειρεί μια φυσικοποίηση του κοινωνικού. Για αυτόν, ο ίδιος βασικός εξελικτικός νόμος, αυτός ο οποίος δίνει πλεονεκτήματα στους πλέον ικανούς, εφαρμόζεται σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες. Οι νεοφιλελεύθεροι δεν θέλουν καθόλου να τους αναφέρει κανείς τον Σπένσερ εξαιτίας του βιολογισμού του. Παρ’ όλα αυτά, σε εκείνον βρίσκουμε την ιδέα ότι η αγορά είναι ο ανταγωνισμός. Εκεί όμως που ο Σπένσερ διακρίνει έναν φυσικό μηχανισμό, οι νεοφιλελεύθεροι εκτιμούν ότι πρόκειται για ένα σύστημα που πρέπει να κατασκευάσουμε, απαιτούν δηλαδή μια ενεργό και συνεχή παρέμβαση του κράτους. Αυτή είναι ιδίως η οπτική των γερμανών εκφραστών του ordoliberalismus, των οπαδών ενός συντηρητικού φιλελευθερισμού με επίκεντρο τη θεσμική οχύρωση της δημοσιονομικής αυστηρότητας.

 

Emil Nolde

 

K. Λαβάλ: Όταν προς το τέλος του 19ου αιώνα ο φιλελευθερισμός γνωρίζει κρίση εμφανίζονται δύο ρεύματα: ένας φιλελευθερισμός που δικαιολογεί την παρέμβαση του κράτους σε μια οπτική σταθεροποιητική και αναδιανεμητική, ρεύμα του οποίου η πιο γνωστή φιγούρα είναι ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς. Και από την άλλη εμφανίζεται ο «νεοφιλελευθερισμός», ο οποίος ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’30 θα προτείνει την μετατροπή της ανταγωνιστικής αγοράς σε έσχατο σημείο αναφοράς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Μόνο που αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με την ενεργό συμμετοχή του κράτους. Φυσικά ο κεϋνσιανισμός θα θριαμβεύσει μεταπολεμικά. Αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν θα καταθέσει τα όπλα: οι γερμανοί θιασώτες του ordoliberalismus θα έχουν μια καθοριστική επίδραση στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση, αρχίζοντας από την Συμφωνία της Ρώμης καθώς αυτή προβλέπει την αρχή του «ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού». Ας πάψουμε να βλέπουμε τον νεοφιλελευθερισμό ως κύμα προερχόμενο από τις αγγλοσαξονικές χώρες. Πρέπει να φέρουμε στο φως την ευρωπαϊκή γενεαλογία του φαινομένου.

 

Με ποιον τρόπο ο νεοφιλελευθερισμός επιβάλλεται ως «ορθολογικότητα»;
Π. Νταρντό: Δεν υφίσταται κάποιο μυστικό σχέδιο για την προώθηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Το μοντέλο επωφελήθηκε ασφαλώς από την κρίση του κεϋνσιανισμού, όπως και ο κεϋνσιανισμός ευνοήθηκε από την κρίση του καπιταλισμού τον Μεσοπόλεμο. Τίποτα δεν έδειχνε ότι η αρχή του ανταγωνισμού θα έπαιρνε τα πρωτεία ως νέα παγκόσμια νόρμα. Η κωδικοποίησή της άλλωστε χρονολογείται μόλις από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 με την περίφημη «συναίνεση της Ουάσιγκτον» η οποία καθορίζει τους νομισματικούς κανόνες και τις ρήτρες προϋπολογισμού που επιβάλλονται σε διάφορες χώρες ως αντάλλαγμα για τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Κ. Λαβάλ: Ο όρος κλειδί είναι εδώ: πειθαρχία. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 οι διεθνείς εμπειρογνώμονες κάνουν μια συναγερμική διαπίστωση. Λένε: «η κατάσταση είναι ακυβέρνητη, υπάρχει έλλειμμα κοινωνικής πειθαρχίας». Είναι η περίοδος όπου ο Ραιημόν Μπαρ [σημαντικός πολιτικός της γαλλικής κεντροδεξιάς, Σ.τ.Μ.] προασπίζεται την αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία και τον σφικτό προϋπολογισμό. Είναι όμως και η στιγμή όπου εμφανίζεται η κατασκευή του νεοφιλελεύθερου υποκειμένου με την έκθεση των ατόμων σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό, τις τεχνικές αξιολόγησης, την ενθάρρυνση του ιδιωτικού δανεισμού, την παρακίνηση μετατροπής του κάθε ατόμου σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Το άτομο είναι επιχειρηματίας του εαυτού του, ενδιαφέρεται για τη συσσώρευση και την επιτυχία, και γι’ αυτό είναι υπεύθυνο και επομένως ένοχο για την ενδεχόμενη αποτυχία του. Όλα αυτά τα σημεία έγιναν τα νέα ατομικά και κοινωνικά συμπτώματα τα οποία αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν ψυχαναλυτές και κοινωνιολόγοι.

 

Το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο εκλαμβάνει ως ελευθερία αυτό που δεν είναι παρά ανταγωνισμός. Παρ’ όλα αυτά, δεν απολαμβάνει μια αυτονομία ζηλευτή σε σχέση με τις νόρμες που ίσχυαν πριν πενήντα χρόνια;
Κ. Λαβάλ: Απορρίπτουμε κάθε έννοια επιστροφής στην ηθική τάξη. Επιθυμούμε μάλιστα να μετατοπίσουμε το ερώτημα. Ο νεοφιλελευθερισμός, επιδιώκοντας να καταστήσει το υποκείμενο αποδοτικό/αποτελεσματικό σε κάθε τομέα και με κάθε τίμημα, θέτει ως έναν παράδοξο κανόνα μια αρχή του απεριόριστου. Αλλά αυτό το απεριόριστο, αυτή η έλλειψη ορίων αποκρύπτει ότι στην πραγματικότητα υπάρχει ένα όριο στην επιθυμία, όριο εξάλλου καθορισμένο από το Κεφάλαιο και την επιχείρηση. Το απεριόριστο το οποίο υπόσχεται ο νεοφιλελευθερισμός σε τίποτα δεν έχει να κάνει με την αυτονομία, το ίδιο όπως και η «νοητική διαχείριση των παθών» για την οποία μιλούν τα εγχειρίδια του μάνατζμεντ δεν συνιστά έναν «αυτοέλεγχο». Δεν πρέπει να βλέπουμε στο νεοφιλελεύθερο υποκείμενο ένα πλάσμα απελευθερωμένο από όλες τις αλυσίδες του. Αυτό το λάθος διαπράττουν από κοινού τόσο οι συντηρητικοί αντιμοντέρνοι όσο και οι θιασώτες της «νεωτερικότητας». Ό,τι αποκαλούμε «μηχανισμό της επίδοσης-απόλαυσης» [dispositif de performance-jouissance] είναι ένα σύστημα το οποίο ενεργεί εκ των έσω των υποκειμένων παραμένοντας, ωστόσο, ένας τρόπος κοινωνικής πειθάρχησης.

 

Μπορεί να υπάρξει ένας τρόπος του κυβερνάν, μια «ορθολογικότητα» της Αριστεράς;
Π. Νταρντό: O Φουκώ παρατηρούσε ότι όταν βρισκόταν στην εξουσία η Αριστερά υιοθετούσε είτε έναν φιλελεύθερο τρόπο του κυβερνάν είτε μια διακυβέρνηση διοικητική και γραφειοκρατική. Πρέπει να υπερβούμε αυτή την εναλλακτική. Μια αριστερή αρχή του κυβερνάν οφείλει να έχει ως σημείο αφετηρίας ότι το κοινό αγαθό είναι μια κοινή υπόθεση. Και αυτό όχι μόνο με την έννοια των τυπικών μηχανισμών λήψης αποφάσεων αλλά και σε σχέση με τις ζωντανές πρακτικές όπου συνεργαζόμαστε και επινοούμε κοινούς στόχους. Στο πεδίο του περιβάλλοντος και σε αυτό της γνώσης η λογική του κοινού είναι πολύ ισχυρή και διαμορφώνει άμεσα συγκεκριμένες κοινωνικές πρακτικές. Αυτές θα έπρεπε να αναπτύξουμε. Πρέπει να διερωτηθούμε εκ νέου για τον κομμουνισμό, όχι όμως ξεκινώντας από το στόχο μιας ιδεατής κοινωνίας αλλά από ήδη υπάρχουσες και ενεργές κοινές πρακτικές. Μην ξεχνάμε ότι τον 18ο αιώνα «κομμουνιστής» σήμαινε απλά υπερασπιστής του κοινού αγαθού.

Πηγή: ενθέματα

Είμαστε όλοι Νεοφιλελεύθεροι : Η «Νέα λογική του κόσμου» από τους Dardot και Laval

 

Unemployed Negativity (Jason Read)
Ο νεοφιλελευθερισμός έχει καταστεί μια ολοένα και περισσότερο δημοφιλής λέξη στη σύγχρονη κριτική σκέψη και φιλοσοφία. Ωστόσο, η δημοφιλία αυτής της λέξης έχει προκύψει με ένα σοβαρό αντίτιμο, καθώς η σημασία της έχει περιοριστεί σε λίγες αόριστες και ασαφείς έννοιες, που σχετίζονται με εκείνη την πραγματικά κακή μορφή καπιταλισμού η οποία διατηρεί τη συνοχή της μέσω διαφόρων επικλήσεων περί ανταγωνισμού, αγορών και ατομικισμού. Στην καλύτερη περίπτωση, η έννοια του «νεοφιλελευθερισμού» έχει γίνει αυτό που ο Althusser ονόμαζε «περιγραφική θεωρία», ενώ στη χειρότερη, ένας τρόπος να αναφέρεται κανείς στον καπιταλισμό, χωρίς να κάνει λόγο για καπιταλισμό. Στην δεύτερη περίπτωση –δηλαδή στη χειρότερη– η συγκεκριμένη έννοια παραπέμπει σε ένα είδος νοσταλγίας για μια μορφή παλαιότερου, ευνοϊκότερου και ηπιότερου καπιταλισμού, στον οποίο θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε αμέσως μόλις γινόταν αισθητές οι πλήρεις επιπτώσεις της ύφεσης, και οι άνθρωποι άρχιζαν πραγματικά να ακούν τον PaulKrugman.

Τι θα μπορούσε λοιπόν να σημαίνει το να πάρουμε τον νεοφιλελευθερισμό στα σοβαρά; Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να σημαίνει το να υπερβούμε αυτή την έννοια ως συνοπτική περιγραφή της τρέχουσας συγκυρίας. Αυτό ακριβώς μοιάζει να είναι και το ερώτημα που διατρέχει το «La nouvelle raison du monde: essai sur la société neoliberal» (Η νέα λογική του κόσμου: ένα δοκίμιο για τη νεοφιλελεύθερη κοινωνία),[1]των PierreDardot και ChristianLaval, ή θα μπορούσε τουλάχιστον να ερμηνευτεί κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ένα σημαντικό μέρος αυτού του μακροσκελούς δοκιμίου ασχολείται με την ιστορία του νεοφιλελευθερισμού, και όπως και στο προηγούμενο εξαίρετο βιβλίο του Laval, «L’ homme économique: essai sur les racines du néoliberalisme»(Ο οικονομικός άνθρωπος: ένα δοκίμιο για τις ρίζες του νεοφιλελευθερισμού), αυτή η ιστορία επιστρέφει στις απαρχές της φιλοσοφικής της αφετηρίας, δηλαδή, στα έργα του Smith, του Locke και του Bentham. Από αυτούς τους τρεις, είναι ο Bentham στον οποίο δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο Bentham για τον οποίο γίνεται εδώ λόγος, είναι περισσότερο ο Bentham της φράσης του Marx «Ελευθερία, Ισότητα, και Bentham», πάρα ο Bentham του περίφημου πανοπτικού (panopticon) του Foucault. Το βιβλίο εστιάζει δηλαδή περισσότερο στην γενική ψυχολογία ωφελιμισμού και συμφέροντος η οποία γίνεται κυρίαρχη με τον νεοφιλελευθερισμό, παρά στην ιδέα της γενικευμένης επιτήρησης. Παρόλα αυτά, όπως είχε υποστηρίξει ο Laval και στο προηγούμενο βιβλίο του, αυτές οι δύο θεωρίες δεν απέχουν και πολύ μεταξύ τους: ωφελιμότητα, υπολογισμός και μια γενικευμένη επιτήρηση –ή η επονομαζόμενη διαφάνεια– αποτελούν ιδεώδη μιας κοινωνίας η οποία δεν κυβερνάται με τίποτε άλλο, παρά μόνο μέσω των σχέσεων της αγοράς.

Αν ο νεο-φιλελευθερισμός αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια των φιλελεύθερων φιλοσοφιών του Smith, του Locke, και του Bentham –αφού υπό μία έννοια διατηρεί την συναλλαγή, την ιδιοκτησία και την ωφελιμότητα σαν κεντρικούς πυλώνες– τότε τι είναι αυτό που τον καθιστά νέο; Σε αυτό το ερώτημα, οι Dardot και Laval προσφέρουν μια απάντηση που αποτελείται από δύο μέρη, ιχνηλατώντας την καταγωγή του νεοφιλελευθερισμού στην κρίση του κράτους στα μέσα του 20ου αιώνα. Επίσης, οι Dardot και Laval τείνουν να προσεγγίζουν τον νεοφιλελευθερισμό μέσα από μια σειρά συνεδρίων και συζητήσεων που οργανώθηκαν από τον WalterLippmanκαι διάφορους άλλους, τα οποία οδήγησαν στη διαμόρφωση μιας ιδέας, η οποία έχει διανύσει μια μακρά διαδρομή στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών. Ο τρόπος με τον οποίο μορφοποιήθηκε αυτή η ιδέα ήταν περισσότερο πολιτικός παρά οικονομικός: είχε να κάνει με την αδυναμία της φιλελεύθερης κοινωνίας να πραγματοποιήσει τους ίδιους της τους στόχους. Οι νεοφιλελεύθεροι έλυσαν αυτή την κρίση δίνοντας έμφαση στην αξία της ελευθερίας (οριζόμενης ως ελευθερίας της ιδιοκτησίας) ως ανώτερης από εκείνη της δημοκρατίας, και στον ανταγωνισμό ως ένα ιδεώδες σημαντικότερο από την ανεμπόδιστη λειτουργία της αγοράς.

Η παραπάνω προσήλωση στοproject του νεοφιλελευθερισμού και στην ύπαρξη του ως πολιτικού προγράμματος, χαρακτηρίζει επίσης και τον επίσημο ορισμό που προσφέρουν οι Dardotκαι Laval. Για τους Dardot και Laval, ο νεοφιλελευθερισμός πρέπει να διαχωριστεί από την ιδέα του «laissezfaire». Ο νεοφιλελευθερισμός δεν έχει να κάνει με το να αφήνεις την αγορά να λειτουργεί μόνη της, ούτε είναι ζήτημα απορρύθμισης. Άλλωστε, ο ανταγωνισμός δεν είναι κάτι που απλά υπάρχει, αλλά κάτι που πρέπει να παραχθεί και να καλλιεργηθεί με ενεργό τρόπο. Όπως γράφουν χαρακτηριστικά: «ο ανταγωνιστικός καπιταλισμός δεν αποτελεί προϊόν της φύσης, είναι μια μηχανή που απαιτεί διαρκή επιτήρηση και ρύθμιση».

Σε αυτό το σημείο, οι Dardot και Laval παραθέτουν τον ορισμό του ThomasLemke για το κεντρικό παράδοξο του νεοφιλελευθερισμού: ότι παράγει ενεργά μια κοινωνική σχέση, την οποία στη συνέχεια παρουσιάζει ως φυσική. Ο ανταγωνισμός ορίζεται ως κάτι που βρίσκεται πάντα εκεί, ως κάτι το οποίο συνιστά τη βάση όχι μόνο της ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και της ίδιας της φύσης. Παρά αυτό το υποτιθέμενο γεγονός, στον νεοφιλελευθερισμό ο ανταγωνισμός καλλιεργείται συστηματικά σε τόσο μεγάλο βαθμό –μέσω διαφόρων νόμων και κοινωνικών σχέσεων– που καταστρέφει ακόμα και κάποιες μορφές αλληλεγγύης που γεννά ο καπιταλισμός –όπως οι τάξεις. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι αυτό το παράδοξο –έχοντας γενικευτεί κατά πολύ– χαρακτηρίζει ένα σημαντικό μέρος της πολιτικά υπερσυντηρητικής ή απλά συντηρητικής σκέψης, η οποία πάντα ανακηρύσσει κάποια ιεραρχία ή ιεραρχικό αξίωμα ως φυσικά, την ίδια στιγμή που προσπαθεί με ενεργό τρόπο να τα συγκροτήσει (ως τέτοια). Σε τέτοια επιχειρήματα –τα οποία υποστηρίζουν πως κάποια πρακτική ή σχέση είναι ταυτόχρονα μη φυσική και παράνομη– μπορεί πάντα να εντοπιστεί κάποιο στοιχείο από το θεωρητικό σχήμα της «δανεικής χύτρας/τσαγιέρας» (borrowed kettle) του Freud. Αν ήταν στ’ αλήθεια το πρώτο, τότε το δεύτερο δεν θα ήταν απαραίτητο. Ωστόσο, αυτό που αποτελεί ειδοποιό γνώρισμα του νεοφιλελευθερισμού, είναι πως αυτό που εκλαμβάνει ως κάτι φυσικό δεν πρόκειται για κάποια μορφή ιεραρχίας –όπως εκείνη μεταξύ διαφορετικών φυλών ή φύλων– αλλά για μια θεμελιώδη αρχή του ανθρώπινου πράττειν. Όπως υποστηρίζουν οι Dardot και Laval, αυτή η «φυσικοποίηση» του ανταγωνισμού είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και εξαναγκάζει κάθε εναντίωση στον νεοφιλελευθερισμό να οδηγείται σε ένα είδος προμηθεϊκού ισχυρισμού ότι θα αλλάξει την φύση, συσκοτίζοντας έτσι τον τρόπο με τον οποίο αυτή η υποτιθέμενη φύση αποτελεί στην πραγματικότητα παράγωγο μιας πλήρους αναδιάρθρωσης της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής, η οποία έχει συμβεί τις τελευταίες μόλις δεκαετίες.

Ο ανταγωνισμός δεν αποτελεί απλώς έναν λόγο (discourse) νομιμοποίησης, αλλά μία μορφή κυβερνολογικής (governmentality). Το κράτος προσπαθεί ενεργά να καλλιεργήσει τον ανταγωνισμό, αντικαθιστώντας τις δημόσιες υπηρεσίες με ιδιωτικές εταιρείες, καθώς οτιδήποτε δεν λειτουργεί με βάση τον ανταγωνισμό, ανακηρύσσεται αυτόματα ως αποτυχία. Το κράτος κατασκευάζει ταυτόχρονα τόσο την αγορά, συγκροτώντας το πεδίο της με βάση τον ανταγωνισμό, όσο και τον εαυτό του σύμφωνα με τα πρότυπα της αγοράς. Δημιουργεί ένα πρότυπο, σε σχέση με το οποίο μοιάζει πάντα να υστερεί. Οι Dardot και Laval είναι αρκετά κατατοπιστικοί όσον αφορά την ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός, και τα ιδανικά του όπως η αποδοτικότητα, ο ανταγωνισμός και το ρίσκο έχουν γίνει ηγεμονικά σε τόσο μεγάλο βαθμό, που οι αντίπαλοι τους συχνά αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν την ίδια γλώσσα. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι μια εννοιολογική μηχανή που απαιτεί πάντα περισσότερο ανταγωνισμό.

 

Το πιο σημαντικό ίσως κομμάτι του βιβλίου των Dardot και Laval –το μέρος αυτό που καταλαμβάνει το ένα πέμπτο του βιβλίου και περιλαμβάνει περίπου εκατό σελίδες– είναι αυτό που αναλύει την κατασκευή του νεοφιλελεύθερου υποκειμένου. Αυτό το κομμάτι του βιβλίου θα φανεί οικείο στους αναγνώστες των διαλέξεων του Foucault πάνω στη βιοεξουσία (biopower), ή τόσο διαφορετικών μεταξύ τους έργων όπως εκείνο του RichardSennett για την διάβρωση του χαρακτήρα, των Boltanski και Chiapello για «Το νέο πνεύμα του καπιταλισμού» και του Beck για το Ρίσκο. Οι Dardot και Laval προχωρούν περισσότερο σε μια συν-κειμενοποίηση (contextualization) μιας ευρύτερης αποτύπωσης και σκιαγράφησης του καπιταλισμού, παρά σε μια σύνθεση αυτών των διαφορετικών απόψεων. Η δουλειά των Dardot και Laval έχει το πλεονέκτημα της συν-κειμενοποίησης και της ανάπτυξης παρατηρήσεων οι οποίες μερικές φορές μοιάζουν αβάσιμες σε άλλους στοχαστές. Στην προκειμένη περίπτωση, η σχέση μεταξύ γενικευμένου ανταγωνισμού και κατάθλιψης –η οποία συχνά προσλαμβάνει μια υπερβολική διατύπωση στο έργο του Berardi– βασίζεται εδώ στην γενικευμένη ιδέα της επίδοσης (performance). Το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο είναι εκείνο που όχι μόνο πρέπει συνεχώς να ανταγωνίζεται, επιστρατεύοντας τους πόρους του/της για την μεγιστοποίηση του πλεονεκτήματος του/της, αλλά αυτός ο ανταγωνισμός δεν στοχεύει σε κάποιον ορισμένο στόχο, σε κάποια γραμμή τερματισμού ή κάποιο αποτέλεσμα, αλλά περικλείει μια ατέρμονη απαίτηση για επίδοση. Αυτή η γενικευμένη απαίτηση για επίδοση –η αίσθηση ότι θα μπορούσε κανείς πάντα να μεγιστοποιεί περισσότερο, σε συνδυασμό με το ιδεώδες της δουλειάς ως προσωπικής ολοκλήρωσης και επινόησης του εαυτού (selfinvention)– παράγει την κατάθλιψη που είναι η αντίθετη πλευρά της. Η ιδέα της αποτυχίας είναι πανταχού παρούσα · και όταν αυτή συμβεί τότε ο μόνος που μπορεί να κατηγορηθεί, είναι το άτομο. Έτσι λοιπόν, δεν είναι τυχαίο το ότι η νεοφιλελεύθερη θεωρία αποκτάει μορφή στο σημείο όπου συναντιούνται οικονομία και ψυχολογία, καθιστώντας έτσι ως κοινό αντικείμενο και των δύο επιστημών τη μεγιστοποίηση της ωφέλειας, αφού η νεοφιλελεύθερη κοινωνία αποτελεί μια κοινωνία στην οποία η ψυχή είναι πλήρως εκτεθειμένη στους νόμους της αγοράς, χωρίς καμία μεσολάβηση ή προστασία.

Εν κατακλείδι, οι Dardot και Laval υποστηρίζουν ότι εφόσον θέλουμε να πάρουμε το νεοφιλελευθερισμό στα σοβαρά ως μια ορισμένη παραγωγή υποκειμενικότητας, σαν μια αναδιάρθρωση όχι μόνο του κράτους και της οικονομίας αλλά και της ίδιας της ψυχικής εμπειρίας, τότε πρέπει να απαγκιστρωθούμε από ορισμένες ιδέες που έχουν να κάνουν με το τι σημαίνει να είμαστε ενάντια σε αυτόν. Η ιδέα του πλήθους των Hardt και Negri–ή οποιαδήποτε ιδέα προεικονιστικής θεωρίας– εδώ βρίσκεται υπό αυστηρό εξονυχιστικό έλεγχο, συνεχίζοντας της κριτική που οι Dardot και Laval (μαζί με τον El Mouhoub Mouhoud) είχαν αναπτύξει στο «Sauver Marx? Empire, multitude, travail immatériel». Αυτό που παραβλέπουν διάφοροι ισχυρισμοί όπως οι παραπάνω, είναι ο τρόπος με τον οποίο το πλήθος των εργατών, η κοινωνική οργάνωση των οποίων είναι εξωτερική ως προς τους χώρους του κεφαλαίου, είναι ήδη εσωτερική όσον αφορά την παραγωγή της υποκειμενικότητας, συγκροτώντας τους όχι ως εργάτες αλλά σαν εταιρίες του ενός ατόμου. Οι νεοφιλελεύθεροι τρόποι καθυπόταξης, οι ιδέες του ανταγωνισμού, του οπορτουνισμού και της δικτύωσης έχουν τη μεγαλύτερη ισχύ τους σε εργατικές πρακτικές που είναι αυτονομημένες από την άμεση διεύθυνση του καπιταλισμού. Παραφράζοντας μια φράση του Foucault, «ο άυλος εργάτης που καλούμαστε να απελευθερώσουμε είναι προϊόν μιας καθυπόταξης πολύ βαθύτερης από τον ίδιο». Ενόσω μια τέτοια κριτική απλουστεύει το έργο των Hardt και Negri, προσφέρει παρόλα αυτά μια ενδιαφέρουσα πρόκληση: κάθε πολιτική εναντίωση στον νεοφιλελευθερισμό δεν μπορεί να βασίζεται σε κάποια μορφή «εξωτερικού» ή σε κάποιο κρυμμένο ανταγωνισμό, αλλά πρέπει να παράγει με ενεργό τρόπο την υποκειμενικότητα εκείνη που θα έρθει σε σύγκρουση με τον νεοφιλελευθερισμό. Είναι αναγκαίο να αντιταχθούμε στον νεοφιλελευθερισμό στο επίπεδο όπου αυτός λειτουργεί, δηλαδή, στο πεδίο της παραγωγής της υποκειμενικότητας.

Είναι ακριβώς αυτό το σημείο όπου μπορούμε να εντοπίσουμε τα αδύναμα σημεία του επιχειρήματος των Dardot και Laval, αδύναμα σημεία τα οποία υπό μία έννοια πηγάζουν από τα ισχυρά του σημεία. Πρόκειται για το να πάρουμε τον νεοφιλελευθερισμό σοβαρά υπόψη σε τόσο μεγάλο βαθμό, που να τον βλέπουμε παντού. Η μέθοδος που ακολουθούν οι Dardot και Laval, δηλαδή το να διαβάζουν παράλληλα την νεοφιλελεύθερη θεωρία και τις νεοφιλελεύθερες πρακτικές –τα έργα του Hayek, του Becker και διαφόρων άλλων παράλληλα με την αναδιάρθρωση του κράτους στον τομέα των δημόσιων υπηρεσιών και τα μοντέλα του ανταγωνισμού και της κατανάλωσης– περιέχει το ρίσκο της συγχώνευσης αυτών των δύο επιπέδων. Ακριβώς επειδή όλες οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν να εκφραστούν με όρους ατομικής μεγιστοποίησης της ωφέλειας και μπορεί να υπάρχουν προσπάθειες συγκρότησής τους κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι τις βιώνουν έτσι. Πολλοί λίγοι άνθρωποι παραθέτουν τον GaryBecker στους γαμήλιους όρκους τους. Εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικοί –αν όχι ανταγωνιστικοί– τρόποι θεώρησης και βίωσης των κοινωνικών σχέσεων, ακόμη κι αν οι παραπάνω διαφορές δεν είναι προεικονιστικές, περιέχοντας τους σπόρους μίας μελλοντικής κοινωνίας. Πρέπει να εστιάζει κανείς στα κενά που υπάρχουν μεταξύ της νεοφιλελεύθερης θεωρίας και της νεοφιλελεύθερης πρακτικής · κενά τα οποία γίνονται ολοένα και πιο εμφανή όσο περισσότερο ο νεοφιλελευθερισμός επεκτείνεται στα πάντα. Όπως υποστηρίζουν οι Dardot και Laval, απηχώντας τα πάντα από το «TheWire» μέχρι το «CapitalistRealism» (Καπιταλιστικό Ρεαλισμό) του MarkFisher: όσο περισσότερο οι νεοφιλελεύθερες ιδέες περί ανταγωνισμού και ποσοτικής αξιολόγησης επεκτείνονται σε θεσμούς όπως η εκπαίδευση, τόσο περισσότερο είναι εμφανές πως οι μέθοδοι αξιολόγησης που εφαρμόζονται έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με την ποιοτική αποστολή αυτών των θεσμών. Το «Juking the stats»[2] γίνεται η βασική μέθοδος λειτουργίας.

Όλως παραδόξως –και αυτό είναι το τελευταίο σημείο της κριτικής μου το οποίο πραγματικά χρειάζεται περισσότερη ανάπτυξη– πρέπει να δίνει κανείς ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο ο νεοφιλελευθερισμός αποτυγχάνει στο ίδιο το σημείο προέλευσης του, δηλαδή στην ίδια την οικονομία. Πράγμα το οποίο καταδεικνύει την αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού να λύσει την κρίση του κεφαλαίου που προοριζόταν να λύσει. Φυσικά, ο νεοφιλελευθερισμός έχει καταφέρει να μειώσει τους μισθούς καθώς και τη φορολογία των πλουσίων. Ωστόσο, όπως έχει πρόσφατα διαπιστωθεί, αυτό δεν είναι το ίδιο με τη διάσωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ως διακύβευμα παραμένει –όπως πιθανότατα παρέμενε και πάντοτε– η σύνδεση των διαφόρων μορφών ανταγωνισμού με τις κρίσεις[3], και μέσω αυτού, η δημιουργία μιας διαφορετικής κοινωνίας και υποκειμενικότητας από εκείνη που οραματίζεται ο νεοφιλελευθερισμός.

Πηγή: δίκτυο κοινωνικής ψυχολογίας 

Μετάφραση: Αριστείδης Γάρος                                                                                                                                  Επιμέλεια: Δίκτυο Κριτικής Ψυχολογίας 
O πρώτος πίνακας είναι του Constant Nieuwenhuys και ο δεύτερος του Asger Jorn

 

[1] Μια μετάφραση του βιβλίου αναμένεται να εκδοθεί από τη Verso, το Φεβρουάριο του 2014, με τίτλο «The New Way of the World: On Neoliberal Society».

[2] Αυτή η έκφραση έγινε γνωστή από μια αμερικάνικη σειρά, το «The Wire», η οποία εστιάζει σε διάφορες εγκληματικές δραστηριότητες στην πόλη Baltimore ασκώντας κριτική στις δομικές δυσλειτουργίες μιας σειράς από θεσμών και πεδίων όπως η αστυνομία, το πολιτικό σύστημα, το δημόσιο σχολικό σύστημα, οι τοπικές εφημερίδες, η διακίνηση ναρκωτικών κλπ. Το «Juking the Stats» αναφέρεται ακριβώς στη χειραγώγηση και διαστρέβλωση των στατιστικών στοιχείων από τα παραπάνω πεδία και θεσμούς, με σκοπό να συγκαλυφθεί η αναποτελεσματικότητα, η διαφθορά, τα προβλήματα τους και η σύμπλευσή τους, και να δικαιολογηθεί το υπάρχον status quo, δημιουργώντας την εντύπωση ότι όλα «πάνε καλά» και πως «υπάρχει πρόοδος». [ΣτΜ]

[3] Σε αυτό το σημείο, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τις «κρίσεις» με διπλή έννοια, δηλαδή, ως οικονομικές κρίσεις, αλλά και ως κοινωνικές και προσωπικές καταρρεύσεις · αυτό που αποκαλείται «κατάθλιψη», «αγχώδεις διαταραχές», κλπ. [ΣτΜ]

Δημοσιεύτηκε Yesterday από τον χρήστη Ονειρμός

Ετικέτες: Dardot-Laval Κεφαλαιοκρατία σήμερα νεοφιλελευθερισμός

0

Προσθέστε ένα σχόλιο

Ταξικές Μηχανές

die Bestimmung des Menschen

Apr

26

Dardot-Laval, Για το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο (συνέντευξη+κείμενο)

Η κατασκευή ενός νεοφιλελεύθερου ατόμου

συνέντευξη του Πιερ Νταρντό και του Κριστιάν Λαβάλ

μετάφραση: Νικόλας Σεβαστάκης

Φράνσις Μπέικον, «Δεύτερη εκδοχή του ‘Πίνακα 1946′», 1971

Ισχυρίζεστε ότι ο νεοφιλελευθερισμός «πριν να είναι μια ιδεολογία ή μια οικονομική πολιτική είναι κυρίως και θεμελιωδώς μια ορθολογικότητα». Τι αποκαλείτε «ορθολογικότητα»;

Πιερ Νταρντό: Ο Φουκώ ορίζει την ορθολογικότητα της διακυβέρνησης ως μια κανονιστική λογική η οποία πρυτανεύει στη δραστηριότητα του κυβερνάν, με την έννοια της άμεσης αλλά επίσης της έμμεσης κυβέρνησης των ανθρώπων: της καθοδήγησής τους ώστε να φέρονται με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Η ορθολογικότητα δεν είναι η άσκηση ενός εξαναγκασμού, μιας καταπίεσης.

Apr

24

Ilya Pricogine-Isabelle Stengers, Τάξη μέσα από το Χάος-Για τον Χέγκελ και τη Φιλοσοφία της Φύσης

Α] Προλεγόμενα

Στο τρίτο κεφάλαιο του ιστορικού τους βιβλίου Τάξη Μέσα από το Χάος, οι Pricogine-Stengers διατρέχουν μια γραμμή φιλοσοφικής σκέψης που ξεκινά από τον Diderot, περνά μέσα από τον Kant, προχωρά στον Hegel και τον Bergson, καταλήγει στον Whitehead.

2

Apr

21

Κρίση Ηγεμονίας ή Κρίση Κυριαρχίας; Σκέψεις για όσα »ξεχνά» η σοσιαλδημοκρατία

Η »ηγεμονία» έχει γίνει η λέξη φετίχ της δυτικής Αριστεράς τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά τη πτώση της ΕΣΣΔ, αλλά και πιο πριν, υπό την επίδραση της ευρωπαικής σοσιαλδημοκρατίας, μέσα από την ρεφορμιστική επανερμηνεία του έργου του Γκράμσι.

Ο Γκράμσι μας δίνει για το Κράτος τη φόρμουλα »καταναγκασμός+συναίνεση», πολιτισμική και ιδεολογική-αξιακή ηγεμονία θωρακισμένη με καταναγκασμό.

Apr

16

Deleuze-Guattari, Αντι-Οιδίπους

2

Apr

16

Οι Τρεις Διαλεκτικές (φυσικά, βιολογικά, κοινωνικά συστήματα) και ο Μερλώ-Ποντύ

Στο πρώιμο έργο του φαινομενολόγου Μερλώ-Ποντύ, μπορούμε να δούμε τη σύλληψη τρίων τάξεων του »Όντος», της φυσικής, της έμβιας/ζωικής, και της ανθρώπινης/κοινωνικής/πολιτισμικής τάξης. Η ιδέα αυτή, παραδοσιακή στο φιλοσοφικό στοχασμό (ειδικά στον γερμανικό ιδεαλισμό των Σέλλινγκ και Χέγκελ, με ρίζες ακόμα πιο πίσω), βρήκε υποστηρικτές της πολλούς, που ανανέωσαν τη προβληματική με πιο σύγχρονους επιστημονικούς όρους.

Apr

15

Ernesto Laclau, μαρξισμός και ρητορικά κόλπα

Με αφορμή το θάνατο του Ernesto Laclau, σκέφτηκα να παραπέμψω σε μια αποστροφή του ρητορικού Λόγου του, που μου φαίνεται πως αναπαράγει το πρόβλημα συνολικά του μετανεωτερικού Λόγου.

Apr

12

Σ. Δημητρίου: Μοναδική ιστορική έξοδος από την παγκόσμια κρίση η ανατροπή

Δεν γνωρίζουμε τις συγκεκριμένες πολιτικές πεποιθήσεις του συγγραφέα, όμως, εκτός από το ότι συμφωνούμε με την κατεύθυνση του παραπάνω κειμένου, χαιρόμαστε για τη προσπάθεια σύνδεσης του μαρξισμού με τη γενική θεωρία συστημάτων.

Πηγή tvxs

«Για τον προσδιορισμό της συνεχιζόμενης -από το 2008- οικονομικής κρίσης και για την κοινωνικο-πολιτική σημασία της επικρατεί σύγχυση και ίσως συσκότηση, που δεν είναι καθόλου αθώα.

Apr

11

Σάββας Μιχαήλ, Μεταμόρφωση και Εξέγερση (για τη Μεταμόρφωση του Κάφκα)

Πηγή: Ομάδα Σημείο Μηδέν

Μεταμόρφωση και Εξέγερση

του Σάββα Μιχαήλ

Εισήγηση στην συζήτηση που οργάνωσε η θεατρική ομάδα Σημείο Μηδέν, με την ευκαιρία της θεατρικής παράστασης της Μεταμόρφωσης του Κάφκα, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, στις 27 Μαΐου 2012

Μπροστά στο Νόμο

Στην πεντηκοστή ημέρα της Εξόδου τους από την Αίγυπτο, τον οίκο της δουλείας, οι απελεύθεροι σκλάβοι, Εβραίοι oι περισσότεροι αλλά ανάμεσά τους κι άλλοι, μαζί και Αιγύπτιοι που ακολούθησαν τον άνεμο της ελευθερίας, δέχτηκαν

Apr

9

Θωμάς Νουτσόπουλος: Προβλήματα ανάλυσης διαλεκτικών εννοιών στο έργο των Hegel και Marx

O συγγραφέας επιδιώκει μια μη μεταφυσική ανάγνωση του Χέγκελ, που απορρίπτει την αλτουσεριανή κριτική στον μεγάλο γερμανό φιλόσοφο και τη δομιστική ανάγνωση του Μάρξ. Εξετάζει συγκριτικά τους Μάρξ και Χέγκελ ως προς τη χρήση των διαλεκτικών εννοιών και τη συγκρότηση του γνωστικού αντικειμένου.

Apr

8

Caffentzis, ο Μαρξισμός μετά το Θάνατο του Χρυσού

Πηγή:  http://www.rebelnet.gr/articles/view/marxism-after-the-death-of-gold/highlight:%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CF%8C%CF%82

Ο Μαρξισμός μετά το Θάνατο του Χρυσού

« Σε όλες τις περιπτώσεις, τα μέτρα στα οποία συλλέγονται τα ενοίκια, οφείλουν να είναι τα ίδια σε όλη την επισκοπή.»  «Το μέτρο που εφαρμόζεται στο μίσθωμα του καλαμποκιού, οφειλόμενο στους ευγενείς  και άλλους, ας είναι καθορισμένο στη Βρετανία έτσι ώστε να είναι μόνο ένα και το ίδιο.» «Και όταν τα τέλη πληρώνονται, να είναι με ένα μ

2

Φόρτωση

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s