Υπογραφές ενάντια στο νέο Ν/Σ για την Παιδεία

ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΟΥ ΘΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Ο νέος νόμος-πλαίσιο για την Ανώτατη Εκπαίδευση αντί να διορθώνει κακώς κείμενα συνεχίζει και επιτείνει δραματικά υπαρκτές παθογένειες της Ανώτατης Εκπαίδευσης ενώ προσθέτει και καταστροφικές νέες. Ιδιαίτερα υπονομεύει τον δημόσιο και ακαδημαϊκό χαρακτήρα της, χειροτερεύει δραματικά τις εργασιακές και μισθολογικές σχέσεις για όλες σχεδόν της κατηγορίες της πανεπιστημιακής κοινότητας και υποβαθμίζει τα πτυχία των φοιτητών. Οι διάφοροι στρουθοκαμηλισμοί με το φθηνό παζάρι για τις μεταβατικές διατάξεις ούτε τιμούν τους επιδιδόμενους σ’ αυτούς αλλά και αδιέξοδοι είναι.

Το ακόλουθο κείμενο υπογραφών, που ξεκίνησε από το ΕΚΠΑ και ήδη έχει μερικές εκατοντάδες υπογραφών, δεν σκοπεύει να ακολουθήσει τον δρόμο αυτό. Αντίθετα, υποστηρίζει σθεναρά το δημόσιο πανεπιστήμιο προς όφελος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας και της επιστημονικής προόδου. Όσοι συμφωνούν με τις κατευθύνσεις αυτές θα ήταν χρήσιμο να το προσυπογράψουν.

Η υπογραφή γίνεται ηλεκτρονικά στην διεύθυνση:

http://www.gopetition.com/petitions/support-the-public-university.html

Χρήσιμο είναι όσοι υπογράφοντες έχουν θέση στα πανεπιστήμια να αναγράφουν τα πανεπιστημιακά στοιχεία τους (θέση, πανεπιστήμιο κλπ.)

_________________________________

Με το νομοσχέδιο ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ το οποίο έχει καταθέσει προς ψήφιση η κυβέρνηση όχι μόνο δεν αντιμετωπίζονται τα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αλλά στην ουσία επιχειρείται η κατάργηση του δημόσιου χαρακτήρα του Πανεπιστήμιου. Οι επιχειρούμενες αλλαγές αποσκοπούν στην κατάλυση της αυτοτέλειας και της δημοκρατικής δομής των οργάνων διοίκησης των Πανεπιστημίων με την εισαγωγή του Συμβουλίου Διοίκησης, την κατάργηση της εκλογής του Πρύτανη από την Πανεπιστημιακή κοινότητα και με τη Σύγκλητο πλέον να αποκτά διακοσμητικό ρόλο.

Το προτεινόμενο μοντέλο διοίκησης ενισχύει την αδιαφάνεια στη διοίκηση των Ιδρυμάτων και ταιριάζει περισσότερο σε ανώνυμες εταιρείες και όχι στα Πανεπιστήμια. Μετά και τις μεγάλες περικοπές στη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, με το νέο νομοσχέδιο διαμορφώνεται το πλαίσιο για τη μεταφορά της Συνταγματικά κατοχυρωμένης υποχρέωσης του κράτους για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας των Πανεπιστημίων στις πλάτες των οικογενειών των φοιτητών.

Δημιουργούνται εκπαιδευτικά προγράμματα πολλών ταχυτήτων και υποβαθμίζονται δραματικά οι σπουδές και τα πτυχία με την εισαγωγή 2ετών και 3ετών προγραμμάτων ταχύρρυθμης κατάρτισης διαλύοντας το ενιαίο των επιστημονικών αντικειμένων. Η ουσιαστική κατάργηση των Τμημάτων και των Τομέων οδηγεί ευθέως στη διάλυση των γνωστικών αντικειμένων και την πολτοποίηση των επιστημονικών κλάδων. Ο κατακερματισμός συνάμα των πτυχίων και η αποσύνδεση του πτυχίου από τα επαγγελματικά δικαιώματα θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την καταδίκη των αποφοίτων των Πανεπιστημίων σε ένα διευρυμένο καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και παρατεταμένης ανεργίας.

Η διδακτική διαδικασία υποβαθμίζεται με ανάθεση διδακτικού έργου σε «μισθοφόρους εντεταλμένους διδάσκοντες» με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως και από «ιπτάμενους» επισκέπτες καθηγητές της αλλοδαπής, με σκοπό να καλυφθούν τα κενά σε διδάσκοντες, αποτέλεσμα της περικοπής νέων διορισμών μονίμου προσωπικού.

Η κατάργηση της βαθμίδας του λέκτορα, πέρα από την εξαφάνιση μιας δυναμικής μερίδας του διδακτικού προσωπικού, παραπέμπει σε εποχές και καταστάσεις του παρελθόντος που είχαν στιγματίσει την πορεία και την πρόοδο του Πανεπιστημίου.

Οι διαδικασίες πιστοποίησης ποιότητας με αγοραία και εξωακαδημαϊκά κριτήρια θα οδηγήσουν σε μαρασμό τη βασική έρευνα, η οποία στη χώρα μας σε συντριπτικό ποσοστό διεξάγεται στα Πανεπιστήμια. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες θα εξαλειφθούν ως «μη παραγωγικές».

Ο επιχειρηματικός ανταγωνισμός ανάμεσα στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, για την εξασφάλιση ευνοϊκότερης οικονομικής μεταχείρισης (bonus παραγωγικότητας) θα αντικαταστήσει την ευγενική επιστημονική άμιλλα. Συγχρόνως τα προτεινόμενα κριτήρια και οι διαδικασίες για την αναγκαία εκτίμηση του έργου του Πανεπιστημίου και των Πανεπιστημιακών διαστρεβλώνουν την έννοια της αξιολόγησης και εισάγουν κριτήρια της πιο στυγνής εμπορευματοποίησης και ευτελούς χρησιμοθηρίας.

Ταυτόχρονα, καθιερώνεται ένα αντιδημοκρατικό πλαίσιο λειτουργίας του Πανεπιστημίου στον εκπαιδευτικό τομέα σχετικά με τα δικαιώματα των φοιτητών, τον τρόπο αντιπροσώπευσής τους στα όργανα και ουσιαστική ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών προς αυτούς παροχών (σίτιση, στέγαση, συγγράμματα). Το πανεπιστημιακό άσυλο καταργείται.

Όσοι υπογράφουμε το κείμενο αυτό καταδικάζουμε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο αυτό το σχέδιο νόμου.

Καλούμε την Πανεπιστημιακή Κοινότητα, την κοινωνία και τις πολιτικές δυνάμεις να αναλάβουν τις ευθύνες τους για να μη δοθεί η χαριστική βολή στο Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο. Καλούμε την κυβέρνηση να αποσύρει αμέσως το νομοσχέδιο, όλα τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα, διδάσκοντες-φοιτητές-εργαζομένους, συλλόγους πανεπιστημιακών αλλά και κάθε εργαζόμενο, σε κοινό αγώνα στην κατεύθυνση αυτή.

Διαμηνύουμε στην Κυβέρνηση πως ακόμα και αν ψηφίσει το νομοσχέδιο πραξικοπηματικά, από το Σεπτέμβρη, θα προχωρήσουμε αγωνιστικά και αταλάντευτα σε πολύμορφες κινητοποιήσεις και ενέργειες για την ανατροπή των καταστροφικών για την Ανώτατη Εκπαίδευση και το μέλλον του τόπου διατάξεών του, έως και την ακύρωσή του στην πράξη.

Σε αυτή την τόσο κρίσιμη περίοδο όπου τα πάντα εκποιούνται, είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε για μια Δημόσια και Δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση που θα ανταποκρίνεται στην εξέλιξη των επιστημών και θα υπηρετεί τις πραγματικές ανάγκες της παιδείας και της κοινωνίας.

Advertisements

ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ
ΤΗΣ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

Αθήνα, 7.7.2011

Η Σύγκλητος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών συζήτησε το προσχέδιο νόμου για την Ανώτατη Παιδεία και συμφωνώντας με το πνεύμα των αποφάσεων της τελευταίας Συνόδου των Πρυτάνεων, εκφράζει ομόφωνα την αντίθεσή της με όσα αυτό προβλέπει και ζητάει την απόσυρσή του για τους κάτωθι λόγους:

1. Ένα νομοσχέδιο το οποίο δεν επιφέρει αλλαγές και βελτιώσεις στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, αλλά το ανατρέπει πλήρως, είναι απαράδεκτο να κατατίθεται στη Βουλή με στόχο την ψήφισή του εν μέσω της καλοκαιρινής περιόδου, χωρίς προηγούμενη διεξοδική και επί της ουσίας συζήτηση με την ακαδημαϊκή κοινότητα που καλείται να το εφαρμόσει. Η επίσπευση αυτή αναδεικνύει μια θεσμική βία και εκτροπή που δυστυχώς τελευταία είναι διάχυτη σε όλη την πολιτική ζωή της χώρας.

2. Το υπουργείο αγνόησε τις θέσεις και τις προτάσεις που επεξεργάστηκαν αναλυτικά επιτροπές εργασίας, συλλογικά όργανα των Πανεπιστημίων και οι σύνοδοι των Πρυτάνεων (Λαυρίου και Ναυπλίου), πάρα το γεγονός ότι εκφράζουν τη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας της ακαδημαϊκής κοινότητας. Υιοθέτησε επιλεκτικά δευτερεύουσες επισημάνσεις επιλέγοντας ουσιαστικά τη σύγκρουση, τη μείωση και την κατάργηση του δημοκρατικού δημόσιου πανεπιστημίου.

3. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο διαπνέεται από μία διάθεση γενικευμένης απαξίωσης της μέχρι σήμερα λειτουργίας των ΑΕΙ και του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου που επιτελούν. Παραβλέπεται το γεγονός ότι, παρά την ραγδαία υποχρηματοδότηση και τις όποιες αδυναμίες του καταλογίζονται, το δημόσιο πανεπιστήμιο αποτελεί ίσως τον μόνο τομέα που ακμάζει, καθώς διδάσκοντες, ερευνητές και φοιτητές διακρίνονται διεθνώς σε πολλά γνωστικά πεδία, παράγοντας επιστημονική γνώση και έργο δυσανάλογα μεγάλο για τις δυσχερείς συνθήκες έρευνας που επικρατούν στη χώρα μας. Από αυτή την άποψη είναι επιεικώς απαράδεκτη η μεθοδευμένη επιχείρηση δυσφήμισης και στιγματισμού της ακαδημαϊκής κοινότητας από την ηγεσία του ΥΠΔΜΘ και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που, χρησιμοποιώντας επιλεκτικά παραδείγματα παθογένειας, μεταφέρουν την εικόνα ενός Πανεπιστημίου αναχρονιστικού, διαπλεκόμενου και αναξιόπιστου. Πρόκειται για μία συστηματική προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης, ώστε οι κυβερνητικές επιλογές να εμφανιστούν ως «απαίτηση της ελληνικής κοινωνίας».

4. Το σχέδιο νόμου διαπνέεται από ένα ολιγαρχικό και αντιδημοκρατικό πνεύμα εισάγοντας σχέσεις χρόνιας βαθιάς και διαρθρωτικής υποτέλειας σε κάθε επίπεδο της πανεπιστημιακής λειτουργίας. Πνεύμα ιδιαίτερα επικίνδυνο σε μία περίοδο που η χώρα βρίσκεται σε γενικευμένο καθεστώς απώλειας εθνικών και συνταγματικών δικαιωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, εισάγει ένα υπέρ-συγκεντρωτικό και υπέρ-γραφειοκρατικό σύστημα διοίκησης που καταργεί τη συνταγματικά κατοχυρωμένη επιταγή της πλήρους αυτοτέλειας. Προτείνει την ετεροδιοίκηση των Πανεπιστημίων με την εισαγωγή του θεσμού των Διοικητικών Συμβουλίων. Πρόκειται για Συμβούλια που επιλέγονται με αδιαφανείς όρους χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση, τα οποία αποφασίζουν και δεν γνωμοδοτούν απλά, όπως συμβαίνει στα ευρωπαϊκά ιδρύματα, και καλούνται να διαχειρίζονται ακαδημαϊκά θέματα που ενδέχεται να αγνοούν παντελώς. Ταυτόχρονα, η Σύγκλητος μετατρέπεται σε διακοσμητικό όργανο με απλώς «συμβουλευτικό» ρόλο, οι Γενικές Συνελεύσεις χάνουν την θεσμική τους ισχύ, ενώ οι Τομείς παύουν να υφίστανται. Με αυτό τον τρόπο καταργείται κάθε ίχνος δημοκρατικότητας και συλλογικότητας, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του διδακτικού προσωπικού μετατρέπεται σε υπαλλήλους που προσφέρουν «γνώση» και «υπηρεσίες» επιβαλλόμενες άνωθεν, χωρίς να έχουν δικαίωμα λόγου, κριτικής παρέμβασης και συνδιαμόρφωσης των αποφάσεων. Με τη συρρίκνωση της εσωτερικής δημοκρατίας ανοίγει ένας δρόμος προς την αυθαιρεσία και την ανεξέλεγκτη άσκηση εξουσίας, ενώ εισάγονται νέου τύπου σχέσεις διαπλοκής και συναλλαγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επικίνδυνης συρρίκνωσης είναι οι προτεινόμενες μειώσεις- εκπτώσεις των εκλεκτορικών σωμάτων για την ανάδειξη μελών ΔΕΠ, τα οποία από 30μελή γίνονται 7μελή, με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται σχέσεις προσωπικής υποχρέωσης, εξάρτησης και αδιαφάνειας. Η κοινωνική λογοδοσία που αποτέλεσε κεντρικό επικοινωνιακό σύνθημα της Υπουργού κατά τη διάρκεια των υποτιθέμενων διαβουλεύσεων, στην πραγματικότητα υπονομεύεται.

5. Η φιλοσοφία του νομοσχεδίου προοιωνίζεται στην αθέτηση της υποχρέωσης του κράτους και την απόσυρσή του από την επαρκή χρηματοδότηση της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης και τη σταδιακή ιδιωτικοποίησή της. Η πρόθεση αυτή επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα καθώς, παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι οι τομείς της Παιδείας και της Υγείας θα εξαιρεθούν από το Μνημόνιο, η υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ έχει ξεπεράσει σήμερα το 50%, με περαιτέρω μείωση στο 66% από το 2012, όταν ακόμα και το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα προβλέπει μείωση δαπανών για την Παιδεία μόνο κατά 7%. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις σημερινές συνθήκες της οικονομικής κρίσης το Πανεπιστήμιο αποτελεί ίσως το μοναδικό χώρο στο Δημόσιο τομέα που έχει εξορθολογίσει τη διαχείριση των οικονομικών του, μειώνοντας τις δαπάνες του κατά 35%. Αυτό, αν μη τί άλλο, αποδεικνύει την υγιή και αποτελεσματική λειτουργία των εσωτερικών μηχανισμών και διοικήσεων, την ευελιξία και την ικανότητα του πανεπιστημιακού συστήματος να ανταποκριθεί στις παρούσες δυσμενείς συνθήκες.

6. Το προσχέδιο νόμου υποβαθμίζει το επίπεδο εκπαίδευσης καταργώντας τα τμήματα και αλλοιώνει τη φύση των σπουδών εισάγοντας ταχύρρυθμα προγράμματα κατάρτισης αμφιβόλου πανεπιστημιακής επάρκειας. Τα Πανεπιστήμια από Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα που ενθαρρύνουν την κριτική σκέψη και προάγουν την πρωτότυπη έρευνα, μετατρέπονται σε εκπαιδευτήρια που «καταρτίζουν» ημιμαθείς και εύκολα χειραγωγήσιμους πολίτες με μικρό αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας.

Γενικότερα, το σχέδιο νόμου αποτελεί συμπίλημα «κακών» και αμφίβολης αποτελεσματικότητας διεθνών πρακτικών, κατά κύριο λόγο αγγλοσαξονικών προτύπων. Εμπεριέχει αντιφατικές, ασαφείς και θολές διατάξεις για κομβικά σημεία της λειτουργίας των Πανεπιστημίων, με αποτέλεσμα να αναλώνεται σε άνωθεν εντολές και να προσομοιάζει σε δομές ιδιωτικής εταιρείας.

Η Σύγκλητος της ΑΣΚΤ καλεί την πανεπιστημιακή κοινότητα και την κοινωνία σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, προκειμένου να υπερασπιστούν από κοινού το θεμελιώδες αγαθό της Δημόσιας Δωρεάν Παιδείας και το απαράγραπτο ανθρώπινο και συνταγματικό δικαίωμα στη μόρφωση και τη γνώση.

Oμόφωνη Απόφαση της Συγκλήτου του Γ.Π.Α.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΓΕΩΠΟΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Κα Πόπη Μπάκα
Ταχ. Δ/νση: Ιερά Οδός 75, 118 55, Αθήνα
Τηλ.: 210-529 4831, 210-529 4832
Fax : 210-529 4832

Oμόφωνη Απόφαση της Συγκλήτου του Γ.Π.Α.

Η Σύγκλητος του Γ.Π.Α. (Συνεδρία 418/15.07.2011), συζήτησε το θέμα σχετικά με το προσχέδιο νόμου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπως αυτό δημοσιοποιήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας Δια Βίου Μάθησης & Θρησκευμάτων και λαμβάνοντας υπόψη: (α) την απόφαση της 67ης Συνόδου των Πρυτάνεων και (β) τις απόψεις της Πανεπιστημιακής κοινότητας του Γ.Π.Α. που εκφράστηκαν σε ανοικτή συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στις 14.07.2011 αποφάσισε ομόφωνα ότι:

1. αποδέχεται και στηρίζει το περιεχόμενο της απόφασης της 67ης Συνόδου των Πρυτάνεων και
2. αναγνωρίζει την αναγκαιότητα βελτιώσεων-αλλαγών του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση. Οι αλλαγές αυτές δεν μπορεί να αποκλίνουν από τις επιταγές του Συντάγματος για το Δημόσιο Πανεπιστήμιο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγούν σε υποβάθμιση των πτυχίων μέσω θέσπισης ταχύρυθμων προγραμμάτων κατάρτισης και στη μετακύλιση σημαντικού μέρους του κόστους σπουδών στη σπουδάζουσα νεολαία. Οι αναγκαίες αλλαγές αυτές πρέπει να είναι απόρροια πραγματικού διαλόγου (που δυστυχώς μέχρι τώρα δεν κατέστη εφικτός) μεταξύ της πολιτικής ηγεσίας (του κυβερνώντος κόμματος και των κομμάτων της αντιπολίτευσης) και της Πανεπιστημιακής κοινότητας, ώστε να τύχουν της ευρύτερης δυνατής αποδοχής προς όφελος της παιδείας και της κοινωνίας γενικότερα.

Ο Πρύτανης του Γ.Π.A.

ΚΩΝ/ΝΟΣ ΦΕΓΓΕΡΟΣ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ
ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ 290η/07-07-2011 ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ»

Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κρήτης στην 290η Συνεδρίασή της την 7η Ιουλίου 2011, ενημερώθηκε για το προσχέδιο Νόμου για την Ανώτατη Εκπαίδευση που εδόθη στην δημοσιότητα από το Υπουργείο Παιδείας δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και έλαβε τις εξής αποφάσεις :

1. Θεωρεί ότι το εν λόγω προσχέδιο Νόμου δεν απηχεί τις θέσεις της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, όπως αυτές είχαν διατυπωθεί έγκαιρα μετά την δημοσιοποίηση τον Οκτώβριο του 2010 του «κειμένου διαβούλευσης» του Υπουργείου. Το Πανεπιστήμιο Κρήτης εν προκειμένω είχε εκφράσει τις θέσεις και προτάσεις του με την απόφαση της 280ης/8-12-2010 συνεδρίασης της Συγκλήτου του. Οι θέσεις αυτές, όπως και αυτές του συνόλου της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, για ένα σύγχρονο δημόσιο Πανεπιστήμιο, δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν στην σύνταξη του κειμένου του προσχεδίου Νόμου. Αντιθέτως το προσχέδιο Νόμου περιλαμβάνει διατάξεις που σε Ακαδημαϊκό, Διοικητικό αλλά και Λειτουργικό επίπεδο δεν εξασφαλίζουν τις ελάχιστες απαιτήσεις μιας ορθολογικής και ταυτόχρονα αναπτυξιακής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από την Πανεπιστημιακή Κοινότητα.
2. Το Πανεπιστήμιο Κρήτης εμμένει στις θέσεις του, όπως διατυπώθηκαν στην προαναφερθείσα απόφαση της Συγκλήτου του, θεωρώντας ότι αποτελούν την ελάχιστη βάση για να αντιμετωπίσει η Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση τα μηνύματα των καιρών.
Ιδιαίτερα θεωρεί ότι τα ακόλουθα σημεία του προσχεδίου Νόμου πλήττουν την ακαδημαϊκή οργάνωση, συγκρότηση και λειτουργία:
(α) Προβλέπεται η διάλυση των ακαδημαϊκών Τμημάτων: Τα Τμήματα αντιστοιχούν σε επιστήμες όπως αυτές έχουν ιστορικά προσδιορισθεί, για αυτό το λόγο η ακαδημαϊκή οργάνωση σε Τμήματα υπάρχει σε όλα τα Πανεπιστήμια διεθνώς. Οι Σχολές ή τα θεματικά Πανεπιστήμια αναφέρονται στη συνάφεια μεταξύ των Επιστημών. Παρ’ ότι στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια υπήρξαν στρεβλώσεις στην ανάπτυξη της ανώτατης εκπαίδευσης, η αναγκαία διόρθωση δεν μπορεί να γίνει πλήττοντας ανιστόρητα την ακαδημαϊκή συγκρότηση των Πανεπιστημίων• ούτε η ανάγκη εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση σε ευρύτερες των Τμημάτων επιστημονικές ενότητες απαιτεί τη διάχυση των Τμημάτων στις Σχολές. Ο θετικός αυτός στόχος μπορεί να επιτευχθεί με την καλύτερη οργάνωση των Σχολών και τον περιορισμό των στεγανών διαχωρισμών μεταξύ των Τμημάτων.
(β) Προβλέπονται «ευέλικτα» προγράμματα σπουδών μονοετούς ή διετούς φοίτησης: Τέτοιου τύπου προγράμματα δεν αρμόζουν στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση βασικών σπουδών θα πρέπει να απευθύνεται αποκλειστικά σε ολοκληρωμένους επιστήμονες, με ενδεχόμενες ειδικεύσεις, ανάλογα με την ιδιαιτερότητα κάθε επιστήμης και για όσα χρόνια φοίτησης πραγματικά απαιτούνται. Μονοετής, ή διετής φοίτηση θα μπορούσε να προβλεφθεί αποκλειστικά στην περίπτωση της δια βίου μάθησης με κανονισμούς που δεν θα καταστρατηγούν τις απαιτήσεις για τις βασικές πανεπιστημιακές σπουδές.
(γ) Προγραμματίζεται μια διοικητική δομή συγκεντρωτική, που οδηγεί στην αδιαφάνεια και δεν ανταποκρίνεται στην κοινωνική και επιστημονική πραγματικότητα της Ανώτατης Εκπαίδευσης στη χώρα μας. Συνιστά κακή αντιγραφή ξένων προτύπων, που όμως δεν μπορεί να μεταφυτευτούν άκριτα καθώς αποτελούν ιστορικά δημιουργήματα της κάθε χώρας. Η προτεινόμενη δομή όχι μόνο δεν απαντά στην αναγκαία εμβάθυνση της δημοκρατίας και της διαφανούς διοικητικής λειτουργίας, αλλά επιτείνει πραγματικές αδυναμίες στη διακυβέρνηση των πανεπιστημίων. Η αλλαγή της διοικητικής δομής, αλλά και της θεσμικής σχέσης με την Πολιτεία και ευρύτερα την κοινωνία, είναι αναγκαία, αλλά οι απαραίτητες αλλαγές θα επιφέρουν ουσιαστική βελτίωση, μόνο αν βασίζονται στην κατανόηση της υπάρχουσας κατάστασης, τόσο ως προς τις θετικές πλευρές, όσο και ως προς τις υπάρχουσες στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες.
(δ) Το προσχέδιο Νόμου θέτει ερωτηματικά ως προς τις πραγματικές προθέσεις της Πολιτείας για την ανταπόκρισή της στη συνταγματική επιταγή για χρηματοδότηση από το Κράτος. Απαιτείται επαρκής δημόσια χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων, για τη διαχείριση της οποίας αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη φέρουν τα ίδια τα Πανεπιστήμια, ώστε να καθίσταται εφικτή η πραγματοποίηση της αποστολής τους. Η χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής έρευνας πρέπει να είναι δημόσια και θεσμοθετημένη, έτσι ώστε να εγγυάται την ανεξαρτησία της από τους φορείς της κρατικής εξουσίας όσο και των επιμέρους συμφερόντων της αγοράς, προστατεύοντας έτσι τις κατευθύνσεις και το περιεχόμενο της επιστημονικής έρευνας, καθώς και την εξ αυτής απορρέουσα πανεπιστημιακή διδασκαλία, από κάθε είδους παρέμβαση αυτών των φορέων. Η μισθοδοσία των διδασκόντων και του προσωπικού πρέπει να είναι αξιοπρεπής και να ρυθμίζεται από την Πολιτεία με ενιαίο τρόπο. Για την προσφορά υψηλού επιπέδου δωρεάν ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, απαιτείται επίσης γενναία χρηματοδότηση στα ζητήματα φοιτητικής μέριμνας.

Ως εκ τούτου, η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κρήτης, καλεί την Κυβέρνηση να μην καταθέσει το Νομοσχέδιο τώρα, αλλά μετά από εύλογο χρονικό διάστημα και αφού συνεργαστεί με τους θεσμικούς φορείς της Πανεπιστημιακής Κοινότητας να θέσει προς ψήφιση ένα νέο σχέδιο Νόμου που θα έχει συνδιαμορφώσει μαζί τους, μετά από ουσιαστικό διάλογο στα πλαίσια του οράματος μας για μια ποιοτική και δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση.

ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ ΤΟΥ Α.Π.Θ.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΠΡΥΤΑΝΕΙΑ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ

Τηλ. (2310) 997158, 996778 Fax (2310) 996730 e-mail: louizou@ad.auth.gr
Κτίριο Διοίκησης «Κ. Καραθεοδωρή» Α.Π.Θ., Τ.Κ. 541 24, Θεσσαλονίκη

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ ΤΟΥ Α.Π.Θ.

Θεσσαλονίκη, 6/7/2011

«Η Σύγκλητος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μετά από συζήτηση για το προσχέδιο νόμου για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση που δημοσιοποίησε το Υπουργείο ΥΠΔΒΜΘ συμφώνησε με τις βασικές αρχές της απόφασης της Συνόδου των Πρυτάνεων και αποφάσισε:

Να εκφράσει την κατηγορηματική αντίθεσή της με το προσχέδιο νόμου και να ζητήσει τη μη κατάθεσή του για τους κάτωθι λόγους:

1. Στερείται ακαδημαϊκού οράματος και εξαντλείται σε σειρά αποσπασματικών ρυθμίσεων που στην πλειοψηφία τους αποτελούν άκριτη αντιγραφή από διεθνή μοντέλα ιδιωτικών κατά βάση ιδρυμάτων, που θα οδηγήσουν στη χειραγώγηση και την κηδεμόνευση των ΑΕΙ.

2. Απομακρύνει τα Πανεπιστήμια από τα ιδανικά της Παιδείας και υποβαθμίζει τις σπουδές καθώς συγχέει την εκπαίδευση με την κατάρτιση και εισάγει ταχύρρυθμα, αμφίβολης ποιότητας και επαγγελματικής επάρκειας προγράμματα σπουδών.

3. Στερείται κατευθύνσεων για τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα καθώς και εγγυήσεων για τη δημόσια χρηματοδότησή της.

4. Καταργεί την αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων, εγείροντας σοβαρά ζητήματα αντισυνταγματικότητας. Συγκεκριμένα στο προτεινόμενο συμβούλιο μετέχουν πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Πρόεδρος, που δεν ανήκουν στην ακαδημαϊκή κοινότητα και δεν έχουν σχέση εκπροσώπησης και λογοδοσίας με τις ακαδημαϊκές μονάδες. Ως εκ τούτου τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται σε αδυναμία να διαμορφώνουν την ακαδημαϊκή γνώμη, βούληση και λειτουργία.

5. Περιορίζει την εσωτερική δημοκρατία στα πανεπιστήμια και ακυρώνει τη συμμετοχή των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας στην εκλογή των πανεπιστημιακών αρχών και στη λήψη των αποφάσεων.

6. Δημιουργεί ένα αυταρχικό, συγκεντρωτικό και ολοκληρωτικό μοντέλο διοίκησης, μεταφέροντας σε ένα ολιγομελές όργανο, το Συμβούλιο, αρμοδιότητες από αιρετά συλλογικά όργανα (Σύγκλητος, Πρυτανικό Συμβούλιο) χωρίς κανένα θεσμικό αντίβαρο. Το ίδιο Συμβούλιο επιλέγει τον Πρύτανη και τους Κοσμήτορες.

7. Καθιστά τη διοίκηση των πανεπιστημίων αναποτελεσματική. Η δυαρχία (Πρόεδρος- Πρύτανης) και η απουσία δημοκρατικής νομιμοποίησης των πανεπιστημιακών αρχών καθιστούν προβληματική τη λήψη και εφαρμογή των αποφάσεων σε μια απαιτητική κοινότητα όπως η ακαδημαϊκή.

8. Η συρρίκνωση της εσωτερικής δημοκρατίας ενισχύει την αδιαφάνεια και ενθαρρύνει τη συναλλαγή με εξωπανεπιστημιακά κέντρα συμφερόντων.

9. Προβλέπει μια εξαιρετικά επισφαλή εκχώρηση κρίσιμων αρμοδιοτήτων και υποδομών για την έρευνα, καθώς και πανεπιστημιακής περιουσίας σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.

Η Σύγκλητος του Α.Π.Θ. επιβεβαιώνει την υποστήριξή της στο κείμενο των προτάσεων που έχει επεξεργαστεί και υποβάλει και είναι έτοιμη να συζητά αλλαγές που προωθούν την ακαδημαϊκή αποστολή του δημόσιου πανεπιστημίου.

Τέλος η Σύγκλητος του Α.Π.Θ. καλεί την πανεπιστημιακή κοινότητα και την κοινωνία σε εγρήγορση και κινητοποίηση με όλα τα θεμιτά μέσα για την υπεράσπιση του αγαθού της Παιδείας».

___________________________________________
Με την παράκληση να δημοσιευθεί ή να μεταδοθεί

ΨΗΦΙΣΜΑ ΣΥΓΚΛΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ

Η Σύγκλητος στην υπ’ αριθ. 463/7.7.2011 συνεδρίασή της, στην οποία συζήτησε προκαταρκτικά το προσχέδιο νόμου για την Ανώτατη Εκπαίδευση, που δημοσιοποίησε το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (4.7.2011) θεωρεί, ότι το Ελληνικό Δημόσιο Πανεπιστήμιο έχει να επιδείξει ιδιαίτερα αξιόλογο επιστημονικό και εκπαιδευτικό έργο τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι δεν υπάρχουν αδυναμίες και περιθώρια βελτίωσης. Το Πανεπιστήμιο Πατρών έχει εκφράσει δημόσια και επανειλημμένα τις θέσεις του για την Ανώτατη Εκπαίδευση και τις αλλαγές που χρειάζονται.
Η Σύγκλητος υιοθετεί στο σύνολό τους τις αποφάσεις της 67ης Συνόδου Πρυτάνεων (1-2/7/2011, Βόλος) και τις απόψεις των Πρυτανικών Αρχών, οι οποίες υπερασπίζονται το ελληνικό δημόσιο αυτοδιοικούμενο Πανεπιστήμιο.
Σε επόμενες συνεδριάσεις της η Σύγκλητος θα συζητήσει εκτενέστερα και θα αξιολογήσει το προσχέδιο, τόσο ως προς τα θετικά, όσο και ως προς τα αρνητικά του σημεία. Επιπλέον ζητά να δοθεί επαρκής πίστωση χρόνου για να συζητήσει η Πανεπιστημιακή Κοινότητα το προσχέδιο, το οποίο δε θα πρέπει να κατατεθεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος.